- ταρβοσύνη
- ταρβοσύνη = τάρβος, Od. 18.342†.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
ταρβοσύνη — ταρβόσυνος affrighted fem nom/voc sg (attic epic ionic) ταρβοσύνη fem nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ταρβοσύνῃ — ταρβόσυνος affrighted fem dat sg (attic epic ionic) ταρβοσύνη fem dat sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ταρβοσύνη — ἡ, Α [τάρβος] (επικ. τ.) τάρβος* … Dictionary of Greek
ταρβόσυνος — ύνη, ον, Α (ποιητ. τ.) 1. αυτός που προκαλεί φόβο, φοβερός, τρομακτικός 2. αυτός που κατέχεται από φόβο, ο φοβισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχηματ. από το ουσ. ταρβοσύνη (πρβλ. γηθοσύνη: γηθόσυνος)] … Dictionary of Greek
ταρβοσύνην — ταρβόσυνος affrighted fem acc sg (attic epic ionic) ταρβοσύνη fem acc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)